Καλως ήρθες (ξανά)

1 Δεκεμβρίου 2006 // Άρθρα // σχόλια

Ιστορία πνευματώδης

Ο πρώτος πνευμονολόγος με δέχθηκε στο ιατρείο του στο ΚΑΤ.
Μετά την εξέταση, έβγαλα μια πλάκα.
Μια ακτινογραφία δηλαδή.
Την κοίταξε καλά.
Και μίλησε καθησυχαστικά.
-Χμμ, έχεις κάνει πρόοδο. Μπράβο. Συνέχισε τις αναπνευστικές σου ασκήσεις.
Η γκάμα των συναισθημάτων που μπορούσε να απεικονίσει το πρόσωπο του, δεν μου φάνηκε ιδιαίτερα εκτενής.
Ήταν ένας σοβαρός γιατρός.
Όχι ενθουσιώδης.
Ούτε διαχυτικός.
Ολιγόλογος.

Με κοίταζε με ένα βλέμμα λίγο απαθές, με μια μικρή δόση απορίας.
-Δεν έχεις τίποτα.
-Πιθανώς να έχετε δίκιο γιατρέ. Όμως γιατί σε κάθε εκπνοή, όπως και σε κάθε εισπνοή, εγώ νιώθω και ακούω μπουρμπουλήθρες στο αριστερό πνευμόνι;
-Μπουρμπουλήθρες; Μμμ, καταλαβαίνω. Δεν ξέρω.
-Αν νομίζετε πως είμαι υποχόνδριος, σας διαβεβαιώ πως δεν έχουν έτσι τα πράγματα.
-Δεν είπα κάτι τέτοιο. Όμως δεν ακούω τίποτα. Ίσως είναι το παχύ έντερο. Ξέρετε βρίσκεται πίσω από το πνευμόνι.
-Το ποιο;
-Το παχύ…
Χμμ…
Μετά, έφυγα.
Οι μπουρμπουλήθρες δυστυχώς, έφυγαν μαζί μου.
Είχαν πλέον εδραιωθεί στην καθημερινή ρουτίνα της αναπνοής μου.
Τι σκατά; Θα τις άκουγα για την υπόλοιπη διάρκεια της ζωής μου;
Πρέπει να πάρω και δεύτερη γνώμη.

Η δεύτερη πνευμονολόγος βρισκόταν στην οδό Ραιδεστού.
Συμβουλεύτηκα τον πιστό μου χάρτη, και είδα πως η οδός που έψαχνα έβοσκε πίσω από την πλατεία Πατριάρχου. Ή Αρχιεπισκόπου; Τέλος πάντων. Στην πλατεία Νέας Φιλαδέλφειας. Για να βοηθήσω τους globalization fans, εκεί που είναι τα Starbucks.
Άφησα λοιπόν το χάρτη στο σπίτι, πήρα παραμάσχαλα μια τεράστια σακούλα που έγραφε “Βιοιατρική” και έχωσα μέσα όλες τις ακτινογραφίες μου.

Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω, ποδαράτα πάντα, κι ο αέρας να φυσάει μανιασμένα.
Είχα σηκώσει το ζιβάγκο, είχα κλείσει και το μπουφανάκι μου, ήμουν σχετικά προστατευμένος. Παρόλα αυτά, από το γρήγορο περπάτημα και από τον πανικό που μου εμφύσησε ο παγωμένος αγέρας, και η απορία μου για το αν θα παγώσω πριν φτάσω, ίδρωσα. Τι να κάνω τώρα; Να ανοίξω το μπουφάν; Να βγάλω το ζιβάγκο; Πωπω, δεν με βλέπω καλά. Και σπασμένος, και κρυωμένος…
Έτσι πανικόβλητος, έφτασα στην πλατεία Αρχιιερωμένου και άρχισα να ψάχνω την οδό Ραιδεστού.
Αποφάσισα πως αρχικά θα έπραττα καθώς προστάζει το ρητό: “ρωτώντας πας στην πόλη”.
Η πρώτη που ρώτησα ήταν η περιπτερού.
Μπα. Σήκωσε τους ώμους, είπε “δεν είμαι από εδώ”, και εκεί τελείωσε ο σύντομοας διάλογος μας.
Χμμ.

Ίσως το ρητό μπορούσε να περιμένει.
Αποφάσισα να αλλάξω στρατηγική.
Θα έψαχνα μόνος μου να βρω τη γιατρό μου.
Πόσο δύσκολο μπορύσε να ήταν;

Μετά από δεκαπέντε αγωνιώδη λεπτά άκαρπης εξερεύνησης ο πανικός μου είχε μπολιαστεί και με αρκετή δόση οργής.
Μα που στο διάολο ήταν αυτή η οδός Ραιδεστού;
Καταρχήν, οι μισοί δρόμοι δεν είχαν πινακίδα. Ήταν αγνώστου πατρός.
Έπειτα, όσο κι αν έψαχνα, η οδός Ραιδεστού συνέχιζε να κρύβεται, και μάλιστα πολύ καλά!
Το βασίλειο μου για τη Ραιδεστού.
You can keep the horse.
Στο τέλος αναγκάστηκα να παραδεχθώ πως η μέθοδος της εξερεύνησης μου δεν οδηγούσε πουθενά.
Έπρεπε να πιστέψω ξανά στην ορθότητα του ρητού με την πόλη και τις ερωτήσεις.
Όταν όμως άρχισα να ρωτώ τους πάντες, έμπλεξα ακόμα χειρότερα.
Όλοι είχαν την εντύπωση πως κάπου την είχαν δει αυτή τη Ραιδεστού.
Κάπου την είχαν δει…
Αλλά που;

Δεξιά μου έλεγε ο ένας.
Αριστερά ο άλλος.
Βρήκα και μια γειτόνισσα σε ένα βιβλιοπωλείο.
-Α, γεια σου Κωστάκη. Ναι, η Ραιδεστού. Θα πας ευθεία και μετά λίγο διαγώνια και μετά…
Πιθανώς να είναι κι αυτή που βρισκόμαστε τώρα, ο τρίτος.
-Μα εδώ η πινακίδα λέει άλλο όνομα.
Ραιδεστού εδώ, Ραιδεστού εκεί, Ραιδεστού πουθενά.
Σκατά.
Κυρίες και κύριοι, το τρίγωνο των Βερμούδων τώρα σε έκτακτη παράσταση στη Νέα Φιλαδέλφεια.
Προλάβετε!

Γέμισα με Πολώνιο. Ή με ραδόνιο. Ή με κάτι άλλο ακόμα πιο εξωτικό. Είναι αυτό που λέμε: -Λάμπεις φίλε μου. Αλλά όχι μεταφορικά…

Ας είναι καλά ο άνθρωπος, που βγαίνοντας από το σπίτι του δέχθηκε στωικά τις άναρθρες κραυγές μου, την ώρα που τον ταρακουνούσα βίαια από το πέτο.
-Συγγνώμη, τη Ραιδεστού, βρε παιδιά. Μην την είδατε τη Ραιδεστού; Σας παρακαλώ, πείτε μου που είναι η Ραιδεστού. Πείτε μου, πείτε μου, πείτε μουυυ…
-Αυτή εδώ είναι.
-Που;
-Εδώ που μιλάμε τώρα.
-Μα δεν γράφει Ραιδεστού!
-Ναι, έχει αλλάξει πρόσφατα όνομα, και κανείς δεν το ξέρει…
Μπαμ! Στο δόξα πατρί!

Στο ιατρείο της δεύτερης πνευμονολόγου.
Στην πρώην Ραιδεστού.
Περιμένω υπομονετικά στον θάλαμο υποδοχής.
Δυο κακογερασμένες εξηντάρες μιλάνε δυνατά, ανακαλώντας αχόρταγα ιστορίες πόνου.
Των άλλων εννοείται. Όχι δικές τους.
Το παλληκάρι μωρέ, που έγινε πρεζάκι. Της Αρετής ο γιος.
Ναι, ναι, τι κρίμα. Γυμνό τους τον είχε πάει μια μέρα ένας ταξιτζής. Είχε πουλήσει τα ρούχα του για τη δόση του.
Μωρέ ακούνε τα παιδιά;
Και μετά της τον πήγανε σε λευκό φέρετρο. Θεός σχωρέστον. Άγαμος. Εικοσιεφτά χρονών άντρας. Δέκα χρόνια ήτανε στην πρέζα…
Δεν τις χτυπάω. Προσπαθώ να αγνοήσω τη μιζέρια τους.
Είναι ήδη χαμένες.
Μετά από μια ώρα αναμονή, έρχεται η σειρά μου.
Μπαίνω μέσα.

Η πνευμονολόγος άκουσε αυτά που είχα να της πω.
Και μετά αφουγκράστηκε το στήθος μου.
Μόνο που το στηθοσκόπιο της δεν ακουμπούσε στο στήθος μου.
Κρεμόταν από τον λαιμό της, κι ακουμπούσε στην πλάτη μου.
Πλατοσκόπιο;
Ακουστικό βοήθημα;
Τέλος πάντων.
Αρκεί που ακουμπούσε στην πλάτη μου.
Ή μάλλον δεν αρκεί.
Όταν τελείωσε η εξέταση, η γιατρός ήταν κατηγορηματική.
-Φυσικά και ακούω το θόρυβο που λες. Είναι τριβές από τα σπασμένα σου πλευρά. Τέσσερα μέτρησα στην ακτινογραφία. Πώς έγινε;

Έπεσα από τη μοτοσυκλέτα.
Έπεσα στο πλάι.
Η αλληλουχία των γεγονότων ήταν ταχύτατη, και τα αντανακλαστικά Παβλόφ δεν λειτούργησαν.
Έσκασα στο πλάι.
Σπάσιμο πλευρών, θλάση πνεύμονα, και υγρό.
Υγρό πυρ.
Στον πνεύμονα.

-Έχουν περάσει δυο μήνες από τότε. Γιατί άρχισα να ακούω τώρα τον ήχο;
-Τώρα δένουν τα πλευρά σου. Είναι κρίσιμη εποχή. Και πρέπει να προσέξεις. Κάνεις αναπνευστικές ασκήσεις;
-Κάνω.
-Ποιες;
-Αυτές.
-Λάθος.
-Λάθος;
-Λάθος.
-Αυτό που χρειάζεσαι είναι βαθιά εισπνοή, και μετά αυτόματη εκπνοή.
-Αυτόματη εκπνοή;
-Ναι. Όχι βεβιασμένα βαθιά. Αυτόματη. Χαλαρή.
-Λάθος μου τα είχαν πει;
-Λάθος…
-Σκατά.
-Σκατά, ναι. Αλλά υπάρχει περιθώριο για βελτίωση. Έχεις τέσσερις μήνες ακόμα για να βελτιώσεις τη λειτουργία του πνεύμονα σου.
-Θα είμαι καλός ασθενής. Υπόσχομαι. Θεωρητικά όμως, αν δεν κάνω τις ασκήσεις μου, ποιο είναι το χειρότερο που μπορώ να πάθω;
-Αν δεν κάνεις τις ασκήσεις σου, πιθανώς να μην μπορείς πια να χρησιμοποιήσεις ένα μικρό κομματάκι του πνεύμονα σου. Αυτό που έχει ακόμα το υγρό.
-Το υγρό πυρ;
-Το υγρό πυρ.
-Σκατά. Όμως έχω ελπίδες.
-Έχεις.
-Θα κάνω τις ασκήσεις μου. Breath in. Deep! Breath out. Automatically. I promise.

Τρίτος πνευμονολόγος μέχρι στιγμής δεν έχει μπλεχτεί στο σενάριο. Παίρνω βαθιές αναπνοές και περιμένω να περάσουν δυο μήνες για να κάνω άλλη μια πλάκα. Μια ακτινογραφία δηλαδή. Είμαι χοντρός πλακατζής. Στους δυο μήνες που έχουν περάσει από το ατύχημα μου, έχω κάνει πέντε ή έξι πλάκες. Ταυτόχρονα είμαι κι αποτυχημένος, μιας και κανείς δεν γελάει με τις πλάκες μου. Απλώς με κοιτάνε. Με συμπόνοια.
Γέμισα με Πολώνιο. Ή με ραδόνιο. Ή με κάτι άλλο ακόμα πιο εξωτικό. Είναι αυτό που λέμε: -Λάμπεις φίλε μου. Αλλά όχι μεταφορικά…

Τα σχολιά σας

Σχολιάστε