
Συναντήσαμε τη Μαρία Σφήκα με αφορμή την εκδήλωση (έκπληξη γι’ αυτή) που διοργάνωσε προς τιμήν της το 2ο Γυμνάσιο Ναυπάκτου παρουσιάζοντας την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο “Υποκειμενικός κήπος”. Μας μίλησε για τη διαδικασία που την οδηγεί μπροστά στο χαρτί, για το πως ορίζει την ποίηση, για τη διαλεκτική σχέση μεταξύ ποιητή και αναγνώστη, καθώς επίσης και για την απουσία του σωστού λόγου από τη ζωή των νέων σήμερα.
Η Μαρία Σφήκα είναι καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας στο 2ο γυμνάσιο Ναυπάκτου. Ήρθε πριν από πέντε χρόνια στην πόλη και… έμεινε. Απ’ ότι μας είπε η πόλη της προσφέρει όλα όσα θέλει και κυρίως έμπνευση.
Μέσα από την εφημερία η Μαρία Σφήκα θέλησε να ευχαριστήσει δημόσια τη Ντίνα Σταμοπούλου, διευθύντρια του σχολείου της, η οποία θέλησε να το ανοίξει σε πολιτιστικές δραστηριότητες έξω από αυτό, το Γιώργο Λαουρδέκη που σήκωσε το φιλολογικό βάρος της εκδήλωσης, τη Δέσποινα Παναγιωτοπούλου, καθώς επίσης και όλους όσοι βοήθησαν στο στήσιμο της εκδήλωσης
Καταρχάς γιατί η ανάγκη σου να εκφραστείς βγήκε μέσα από την ποίηση;
Πιστεύω ότι έτυχε. Εάν ήσουν σε μια περιοχή με πέτρα θα ήταν κρίμα να μη χτίσεις το “σπίτι” σου από πέτρα, κι όταν λέω σπίτι εννοώ το δικό σου προσωπικό χώρο, εκεί που στεγάζονται οι ιδέες σου, τα οράματά σου, η προσωπική σου φιλοσοφία. Είχαν την τύχη να γεννηθώ σε ένα περιβάλλον όπου ο λόγος σε όλες του τις εκδοχές ήταν δυναμικά παρών είτε σαν διάλογος μέσα στην οικογένεια, είτε σαν αντίλογος στις διαφωνίες, είτε σαν βιβλίο παντού γύρω μου. Για να αγαπήσεις τη λογοτεχνία θα πρέπει να εξοικειωθείς με το λόγο από τα παιδικά σου χρόνια. Αναρωτιέμαι πόσοι γονείς σήμερα διηγούνται μύθους στα παιδιά τους, πόσοι τους κάνουν δώρα βιβλία, πόσοι τονίζουν τις πνευματικές διακρίσεις ως τις πιο αξιόλογες και πάνω απ’ όλα έχουν οι ίδιοι στενή σχέση με το βιβλίο. Τον λόγο, λοιπόν, τον βρήκα στο σπίτι μου… όλα τα άλλα ήταν θέμα χρόνου.
Εάν σου ζητούσα ένα ορισμό της ποίησης τι θα έλεγες;
Μπορώ να μιλήσω μόνο για τα δικά μου ποιήματα και για το πώς εγώ βλέπω την ποίηση. Αντίθετα με την κοινή αντίληψη, κατ’ εμέ η ποίηση δεν είναι για τους ονειροπόλους και τους φυγόμαχους της πραγματικότητας. Είναι ο κατεξοχήν διάλογος με αυτήν, καμία φορά τόσο έντονος που μοιάζει με μάχη. Γράφοντας ποίηση καλείσαι να ορίσεις τα πράγματα εκ νέου, αυτό περικλείει και τον κίνδυνο της αυθαιρεσίας, καλείσαι να εγκαθιδρύσεις νέες σχέσεις ανάμεσα στη ματιά (βλέμμα), τις λέξεις και τα πράγματα. Στην ουσία δεν περιγράφεις την πραγματικότητα, τη χρησιμοποιείς σαν εφαλτήριο για μεγάλα διανοητικά άλματα με σκοπό τελικά να τη μετατρέψεις σε κάτι άλλο, πιο σύμφωνο με αυτά που υπάρχουν μέσα σου. Γιατί, βέβαια, ποιος από εμάς μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι ευχαριστημένος με την πραγματικότητα όπως είναι, ότι τη βρίσκει αρκετή ή φιλόξενη ή ότι δε παλεύει καθημερινά μαζί της με τα όνειρα, τις ελπίδες ή τους φόβους του; Η ποίηση για μένα είναι μια σκληρή διανοητική άσκηση στην οποία συμμετέχουν ταυτόχρονα ο νους και η καρδιά, διαδικασία που καθιστά τον ποιητή παρατηρητή και μετασχηματιστή της πραγματικότητας.
Τι “οπλίζει” το χέρι σου και αποτελεί ερέθισμα για να γράψεις;
Αρχίζω πάντα από κάτι που με συγκινεί, με δονεί εσωτερικά και πυροδοτεί την ανάγκη για έκφραση. Μια εικόνα, ένα τυχαίο περιστατικό, μια ανάμνηση, κάτι που άκουσα. Η αφετηρία πάντα είναι η πραγματικότητα. Προσλαμβάνω τον κόσμο μέσω της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας και τον αποδίδω μετασχηματισμένο στο χαρτί μέσα από τα προσωπικά μου φίλτρα. Ποίηση είναι το μεταίχμιο ανάμεσα στην πραγματικότητα και το εσωτερικό όραμα του ποιητή για τα πράγματα όπως θα έπρεπε να είναι.
Είναι μια μορφή αντίστασης κατά κάποιο τρόπο;
Είναι κατεξοχήν τέχνη ανατρεπτική και μαχόμενη, γιατί μαθαίνει τους ανθρώπους να βλέπουν αλλιώς και να διαβάζουν αλλιώς την πραγματικότητα.
Ποια χαρακτηριστικά έχει ο ποιητικός σου λόγος;
Σε σχέση με τον πεζό λόγο είναι ότι ο χορός σε σχέση με το βάδισμα. Είναι λιτός, κομψός, συμπυκνωμένος, αποσπασματικός, δε δηλώνει αλλά υποδηλώνει και στηρίζεται για την ολοκλήρωσή του στη συμμετοχή του αναγνώστη. Είναι λόγος έντονα συγκινησιακός, απευθύνεται στους ανθρώπους, γι’ αυτό και είναι εξ ορισμού επικοινωνιακός. Δεν υπάρχει ποιητής που γράφει για εσωτερική κατανάλωση, υπάρχει πάντα η χαρά της ανακοίνωσης. Καταθέτεις την εμπειρία σου από την πραγματικότητα και την πάλι μαζί της στο χαρτί και καλείς τον αναγνώστη να το μοιραστεί μαζί σου.
Άρα ένα ποίημα που δε διαβάζεται είναι ημιτελές
Το ποίημα ολοκληρώνεται όταν έχει καταφέρει να κάνει συμμέτοχο και γιατί όχι συνεργό τον αναγνώστη στο διάλογο που έχει ο ποιητής με την πραγματικότητα. Το αν θα είναι γόνιμη αυτή η συνάντηση, εξαρτάται τόσο απ’ τον ποιητή, όσο και απ’ τον αναγνώστη, από το πόσο επαρκείς είναι οι δύο σ’ αυτό που κάνουν.
Τι μπορεί να κόψει κάποιος από τον “υποκειμενικό κήπο”;
Ο “υποκειμενικός κήπος” έχει και απ’ όλα μέσα. Έχει και άγρια και ήμερα, και αγκάθια και άνθη. Μπορεί ο καθένας να βρει αυτό που θέλει μέσα σ’ αυτόν, γι’ αυτό άλλωστε είναι και υποκειμενικός. Παράλληλα όμως έχει και συρματοπλέγματα για τα οποία θα πρέπει να κοπιάσεις για να μπεις. Έχει κατά κάποιο τρόπο και την έννοια της πρόκλησης.
Είσαι εκπαιδευτικός στο επάγγελμα και έρχεσαι καθημερινά σε επαφή με τα παιδιά. Σε ποιο βαθμό υπάρχει η ποίηση στη ζωή τους;
Η σχέση τους με τη λογοτεχνία και ειδικότερα με την ποίηση είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Έμαθαν δυστυχώς να τη φοβούνται και τελικά να τη μισούν. Ίσως φταίνε τα κακοδιαλεγμένα κείμενα ή ο τρόπος που διδάσκονται στο σχολείο. Τα παιδιά πλέον απωθούνται από τη λογοτεχνία και αγκαλιάζουν φανατικότερα τον κώδικα της γλωσσικής φτώχειας των καιρών μας.
Μήπως αυτή η διαδικασία εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλέγμα απαξίωσης κάποιων ιδιαίτερα σημαντικών ζητημάτων;
Το αξιακό σύστημα της εποχής μας δεν εμπνέει. Την προσοχή των παιδιών τραβούν η αναγνωρισιμότητα, το χρήμα, το ακριβό αυτοκίνητο όπως προβάλλονται σαν τρόπος ζωής από τα ΜΜΕ. Έπειτα τα στερεότυπα για το λογοτέχνη δεν είναι ότι καλύτερο. Ο όρος έχει καταντήσει συνώνυμο του αιθεροβάμονα, του περιθωριακού, του δυσνόητου. Δεν προσφέρει αίγλη ή θάμβωση στα μάτια τους έτσι ώστε να τα πείσει ν’ ασχοληθούν. Περνάει και η λογοτεχνία την κρίση που περνάει όλο το φάσμα της ανθρώπινης πνευματικότητας. Κρίση περνάει και η φιλοσοφία και το δοκίμιο και το μυθιστόρημα και ότι άλλο είναι ανθρωποκεντρικό. Στη σχέση των νέων όμως με την ποίηση υπάρχει μια τραγικότητα. Ο κατεξοχήν ανατρεπτικός και φορτισμένος συγκινησιακός λόγος που έχει δεν κατορθώνει να πάρει με το μέρος της μια κατεξοχήν φορτισμένη και επαναστατημένη ηλικία.
Μήπως μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει και το εκπαιδευτικό μας σύστημα;
Έχει και μεγάλο. Θέλουμε από τα παιδιά τελειώνοντας το σχολείο να κατέχουν δεξιότητες, πρακτικά προσανατολισμένες και δεν τους δίνουμε παιδεία. Η αγορά εργασίας ζητά συγκεκριμένα πράγματα και προς τα εκεί τα οδηγούμε. Το αποτέλεσμα είναι αυτή η φτώχεια στην αντίληψη, τη δημιουργία, τα αισθήματα και τελικά σε έναν εξορθολογισμό της ζωής που είναι στείρος. Το σχολείο για παράδειγμα σήμερα δεν προσφέρει καμία εξοικείωση με τη γλώσσα. Οι συνάδελφοι φιλόλογοι πασχίζουν αλλά δεν μπορούν να πείσουν τα παιδιά ότι αξίζει να ξέρουν τη διαφορά ανάμεσα στη λέξη “ελευθερία” και “λευτεριά”.
Εκτός από ποιήματα να περιμένουμε και άλλες δουλειές σου με άλλη μορφή λόγου;
Γράφω μερικά δοκίμια αλλά δεν νομίζω να τα δείτε ποτέ δημοσιευμένα. Παρ’ ότι θαυμάζω τη λογοτεχνία νιώθω ότι προσωπικά δεν μπορώ να διαχειριστώ μεγάλο υλικό. Όσους μπορούν και το κάνουν τους θαυμάζω, αλλά δεν νομίζω ότι έχω την υπομονή να το κάνω εγώ. Μου αρέσει η έξαρση του μικρού χώρου που προσφέρει το ποίημα.
Η κριτική μπορεί να σε επηρεάσει;
Κατά κάποιο τρόπο με γεμίζει με ένα είδος ευθύνης. “Τώρα τι;”, λέω για παράδειγμα. Ούτως ή άλλως όμως νιώθω ότι πρέπει να αποδώσω το έργο μου με υπευθυνότητα και σεβασμό στον αναγνώστη. Αισθάνομαι ότι είναι το πιο σοβαρό πράγμα που κάνω μετά τη δουλειά μου και θέλω να είναι όπως πρέπει. Και σίγουρα προτιμώ μια κακή κριτικά από μια αδιάφορη.
Τα σχολιά σας