
Το Μουσείο Ιερού Αγώνος Νικολάου Ε. Ν Φαρμάκη αποτελεί την ιδιωτική του συλλογή και ανεγέρθηκε με δαπάνες του ιδίου στην οδό Νικ. Φαρμάκη 1, πίσω από την προγονική κατοικία του, η οποία χτίστηκε το 1852 στη Ναύπακτο.
Τα εκθέματα του Μουσείου ανήκουν στην συλλογή των οικογενειακών κειμηλίων και άλλων εκθεμάτων της εποχής που έχουν αγορασθεί από τον ίδιο μέχρι την ημέρα των επίσημων εγκαινίων του Μουσείου τον Απρίλη του 1979.
Η κατασκευή του κτιρίου ολοκληρώθηκε στο τέλος της δεκαετίας του ΄70 και αποτελείται από 3 ορόφους. Το Μουσείο αποτελείται από 3 αίθουσες. Η συλλογή περιλαμβάνει κάποια εκθέματα από τον ελληνικό αγώνα και από την εθνική αντίσταση του 1940.
Νοιώθει κανείς, καθώς μπαίνει, ότι τον υποδέχεται ο ίδιος ο Φαρμάκης και του εξηγεί ένα προς ένα τα εκθέματα, όπως τα εναπόθεσε ο ίδιος. Τα προσωπικά αντικείμενα του αγωνιστή Ι. Φαρμάκη προγόνου του Νικολάου, βρίσκονται σε μια ξεχωριστή προθήκη. Σε επάργυρη κορνίζα η φωτογραφία του σπιτιού, στο οποίο γεννήθηκε ο Ιωάννης του Π. Φαρμάκης, ήρωας, οπλαρχηγός του ιερού αγώνα, πληρεξούσιος Κραββάρων και Βουλευτής Ναυπακτίας. Δίπλα από τη φωτογραφία, βρίσκεται ένα ξύλινο ομοίωμα μικρού πιστολιού τοποθετημένο σε κόκκινο βελούδο εντός μιας ξύλινης κασετίνας. Πιο πέρα, μικρά χρυσά κουμπιά από τη στολή του αγωνιστή, βουλοκέρια και σφραγίδες που τονίζουν την αίγλη αλλά και την ισχύ του κατόχου.
Όλα τα εκθέματα δείχνουν την αγάπη του ιδιοκτήτη για τα αντικείμενα. Οι πίνακες αγοράστηκαν, άρα αντιπροσωπεύουν στοιχεία κοινωνικής καταξίωσης και οικονομικής δύναμης. Έκδηλα είναι τα γνωρίσματα του ιδιοκτήτη όπως η αγάπη για φιλοτεχνία, για διακόσμηση και η επίγνωση της ιστορίας. Γενικά τα εκθέματα δείχνουν στον επισκέπτη την κουλτούρα της εποχής που αναφέρονται.
Τα εκθέματα από το πιο μικρό έως το μεγαλύτερο όπλο, δείχνουν την εξέλιξη αλλά και τη χρήση τους. Τα χρυσά κουμπιά, η ζώνη ως αξεσουάρ της στολής εκείνης της εποχής, κοινά σημεία με σήμερα. Καπνοσακούλα, τσακμάκι, ιδιαίτερα προσωπικά αντικείμενα σε κάνουν να νιώθεις δέος βλέποντας κάτι από τη μνήμη του προτύπου που δεν υπάρχει πια.
Η ανάγκη του ανθρώπου για συλλογή αντικειμένων υπάρχει από τα βάθη των αιώνων και μαρτυρείτε σε όλο τον κόσμο. Τα κίνητρα τα οποία ωθούν τους ανθρώπους να συλλέξουν αντικείμενα με κάποια κοινά χαρακτηριστικά είναι πάρα πολλά και διαφέρουν μεταξύ τους. Μπορεί μια συλλογή να αποσκοπεί σε κοινωνική καταξίωση, ή να αποτελεί έναν τρόπο για τους συλλέκτες να ξεχωρίσουν και να δείξουν στους γύρω τους, τις γνώσεις τους ή το καλό τους γούστο, αφήνοντας υλικές μαρτυρίες πίσω τους, σαν μια μορφή αθανασίας. Αυτό αποτελεί και το ισχυρότερο κίνητρο. Μπορεί επίσης να ιδωθεί ως μια μορφή οικονομικής επένδυσης, καθώς, όπως είναι γνωστό τα έργα τέχνης απαιτούν τη καταβολή υπέρογκων ποσών.
Επίσης, η συλλογή αντικειμένων μπορεί να οφείλεται στην ανάγκη για γνώση, για το πώς κατασκευάστηκε κάποιο έκθεμα, τη χρήση του στη συγκεκριμένη κοινωνία που το παρήγαγε.
Τα μουσεία απ’ την πλευρά τους παρουσιάζουν εκθέματα με κάποια σκοπιμότητα που συνδέονται με κάποιο ιστορικό πλαίσιο. Επομένως τα μουσεία αποτελούν ένα ιστορικό προϊόν. Κάθε φορά που είμαστε μπροστά από εκθέματα, σκεφτόμαστε τον όρο αναπαράσταση, ταξινόμηση, έννοιες που αφορούν την ποιητική διάσταση της μουσειακής αναπαράστασης, καθώς και ποια τα κίνητρα και ποια η ερμηνεία. Η τελευταία αντιπροσωπεύει την πολιτική διάσταση. Το μουσείο δεν αφορά μόνο αντικείμενα αλλά ιδέες και αντιλήψεις για τον κόσμο. Τα μουσεία κατασκευάζουν τον κόσμο, προβάλλοντας μια αναπαράσταση και δεν τον αντανακλούν.
Άρα, λέγοντας πολιτική ενός μουσείου, εννοούμε το ποιος και το γιατί συνέλλεξε και το προβάλλει με το συγκεκριμένο τρόπο και γιατί λέει τη συγκεκριμένη ιστορία. Σύμφωνα με τον Foucault, δεν υπάρχει μια αντικειμενική αλήθεια αλλά ο ίδιος υποστηρίζει ότι η γνώση, η αλήθεια σε κάθε περίπτωση, είναι ότι αποφασίζει μια ομάδα ανθρώπων να ονομάζει αλήθεια. Αυτή είναι μια ισχυρή ομάδα που έχει εξουσία, και μπορεί και επιβάλλει ότι αυτή θεωρεί σωστό.
Θα λέγαμε ότι η «πολιτική» του εκθέτειν είναι αυτή η εξουσία του μουσείου, η ιδιότητα του να δημιουργεί κλίμακες αξιών και να ενεργοποιεί μηχανισμούς αξιολόγησης του υλικού πολιτισμού και κατάταξης σε αυτό.
Η «πολιτική» αυτή αντιπροσωπεύει την πρακτική της έκθεσης και την οργάνωση εκθέσεων, αντικειμένων με τρόπο μελετημένο ώστε να μεταφέρει και να κοινοποιεί συγκεκριμένα πολιτισμικά μηνύματα και αξίες. Τα μουσεία ως οργανισμοί ενδιαφέρονται να βρουν στρατηγικές ρύθμισης της συμπεριφοράς των επισκεπτών τους, με τρόπο κατά προτίμηση διακριτικό και που να διαιωνίζεται από μόνος του. Όσο για τη μουσειολογική πρακτική, αυτή συχνά επαναλαμβάνεται ως μια πρακτική περιγραφική, ενώ αγνοείται ο ερμηνευτικός της ρόλος, τείνουμε να ξεχνάμε ότι η συλλογή, ερμηνεία και έκθεση των αντικειμένων είναι πρακτικές που εμπεριέχουν σκοπό και κίνητρο.
Από την άλλη μεριά, η εκθεσιακή λογική του κάθε μουσείου διασυνδέεται στενά με την επικοινωνιακή του πολιτική, με τον τύπο σχέσεων επικοινωνίας, προσέγγισης, ερμηνείας και γνώσης που επιδιώκει να καλλιεργεί. Κάθε τύπος μουσείου συνδέεται με μια διαφορετική πολιτιστική παιδευτική και εκπαιδευτική πολιτική και καλλιεργεί αντίστοιχα διαφορετικούς τύπους προσέγγισης, γνώσης και ερμηνείας του περιεχομένου του.
Συμπερασματικά, η προσπάθεια του μουσείου είναι να εκθέσει «πολιτικά» θέματα όπως απόψεις σχετικά με τη σχέση της ιστορίας με τη σύγχρονη πραγματικότητα, τη σημασία την «πολιτική» και κυρίως, το ρόλο των εκθέσεων μέσα στην «πολιτική» με την ευρύτερη έννοια του όρου. Με αυτό τον τρόπο το μουσείο αποσκοπεί στην υπηρεσία της κοινωνίας και την ανάπτυξή της. Το μουσείο είναι ανοιχτό στο κοινό και αποκτά, συντηρεί, μελετά, κοινοποιεί και εκθέτει υλικές μαρτυρίες για τους ανθρώπους και το περιβάλλον τους, με σκοπό την έρευνα, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία.
*Η Ελένη Αμπλά είναι απόφοιτος του τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Μυτιλήνη) και τα παραπάνω είναι τμήμα από εργασία με τίτλο Η ποιητική και πολιτική αναπαράσταση ενός μουσείου
Τα σχολιά σας