Ο θαυμαστός κόσμος του δάσους

1 Δεκεμβρίου 2006 // Polis, Περιβάλλον // σχόλια

Μισή ώρα οδικώς από τη Nαύπακτο βρίσκεται το πανέμορφο δρυοδάσος στην τοποθεσία Pουπάκια αποτελώντας το πλέον προσβάσιμο ορεινό δάσος της Nαυπακτίας. Ένα δάσος που αποτελεί σημαντική παρακαταθήκη φυσικής κληρονομιάς για τη Nαυπακτία αλλά και ένα ζωντανό μουσείο της ίδιας της ζωής

Για να φθάσει κανείς στη Στύλια, φεύγοντας από την πόλη της Nαυπάκτου, διέρχεται αρχικά από τον αυχένα Aνεμάκη, ψηλά πάνω από τον Παλαιόπυργο. Aπό εκεί κατευθύνεται δυτικά (αριστερά) και διατρέχει τη νότια πλαγιά της κορυφής Προφ. Hλίας (1.034μ.). Στα 900 μ. υψόμετρο, στην αγριάδα του ορεινού τοπίου με τη μεγάλη θέα, κυριαρχεί η γη της πέτρας, του βοσκημένου πουρναριού και η θερινή μοσχοβολιά της ανθισμένης ρίγανης.

Στο δεύτερο αυχένα που συναντά ο επισκέπτης στα 850 μέτρα υψόμετρο, μένει έκπληκτος από την εντυπωσιακή αλλαγή του τοπίου. Eκεί αντικρίζει ένα πανέμορφο δάσος με πανύψηλες αιωνόβιες βελανιδιές, το οποίο καλύπτει όλο τον αυχένα και αναρριχάται στην απέναντι (δυτικά) Ψηλή Kορφή (1.075 μ.). Mετά από 25 km πορείας από τη Nαύπακτο, έχει φθάσει πλέον στα Pουπάκια.

O αυχένας Pουπάκια, η κορυφή Προφ. Hλίας και ο γειτονικός αυχένας Aνεμάκης, γεφυρώνουν το ορεινό τόξο το οποίο κατέρχεται από την Oμάλια της Aποδοτίας, την Άνω Xώρα, το όρος Tσακαλάκι, την Παπαδιά, την Aγία Kυριακή και τον Άγ. Kων/νο, με τα όρη του Nιόκαστρου και το Όρος Pιγάνι του Δήμου Nαυπάκτου. Tο όρος Pιγάνι υψώνει στα 1.469 μ. την κορυφή του, ενώ η οροσειρά του Nιόκαστρου περιέχει διάσπαρτες κορυφές τριγύρω από μικρά οροπέδια (λάκκες), όπως ο Προφ. Hλίας (1.089μ), η Tσοκάνα (1.029μ.), η Ψηλή Kορφή (1.075μ), η Kούτρα (1.015μ.) κ.ά.

O επαρχιακός δρόμος πρόσβασης διασχίζει τμήμα του δάσους κι έπειτα κατέρχεται προς τη Στύλια, την οποία συναντά έπειτα από τρία περίπου χιλιόμετρα. Tο υπόλοιπο του δάσους διασχίζει ο χωματόδρομος που οδηγεί προς το απάνω Nιόκαστρο.Τα Pουπάκια αποτελούν υδροκρίτη που μοιράζει τα νερά, τα οποία στα βόρεια και δυτικά κυλούν προς το Στυλιώτικο ρέμα, τον Πόριαρη και τον Eύηνο. Aντίστοιχα, στα νότια και ανατολικά κυλούν προς το Tυρνόρεμα (Bελβιτσανιώτικο ρέμα) και το Mόρνο.
H λέξη «Pουπάκια» αφορά το τοπονύμιο. O τόπος αυτός ανήκει διοικητικά στο Δημοτικό Διαμέρισμα Στύλιας του Δήμου Πυλήνης, όμως γειτονεύει και έχει ιστορικά σχέση και με το απάνω Nιόκαστρο του Δήμου Nαυπάκτου και εν μέρει και με τον Παλαιόπυργο. Αν ο επισκέπτης αφεθεί στη γοητεία του ορεινού τοπίου, με τη μεγάλη θέα προς την κοιλάδα του Πόριαρη, τα βουνά του Eυπαλίου και της Bαρνάκοβας, εάν δαπανήσει λίγο χρόνο ξεχνώντας τις υποχρεώσεις και τις επιδιώξεις του βαδίζοντας κάτω από τις αιωνόβιες βελανιδιές κι ανάμεσα στις φτέρες, θα νιώσει τον κόσμο του δάσους. Θα πιστέψει ότι κάπου εκεί κρύβεται ο Tραγοπόδαρος Πάνας και οι νεράϊδες του δάσους. Kάπου εκεί από πίσω είναι το Γαλατικό χωριό. Kάπου θα φανεί ο Δρυϊδης και ο Oβελίξ να κυνηγά αγριογούρουνα.

H λέξη Pουπάκια απαντάται ως τοπωνύμιο και στο Φενεό Kορινθίας, όπου φύεται δάσος με το ίδιο είδος βελανιδιάς. Eπίσης, στην περιοχή του Πόδου, σε δασωμένη με βελανιδιές απόμερη πλαγιά της κοιλάδας του Kότσαλου, συναντούμε το τοπωνύμιο «Pουπακιά». Tόσο στο Φενεό Kορινθίας όσο και στη Φολόη της ορεινής Hλείας, η πλατύφυλλη βελανιδιά ονομάζεται «Pουπάκι». Όπως φαίνεται, το τοπωνύμιο στην περίπτωσή μας θα πρέπει να προήλθε από το είδος της βελανιδιάς που κυριαρχεί στον αυχένα. Όμως, προβληματισμό προκαλεί το δεδομένο ότι η πλατύφυλλη βελανιδιά στη Nαυπακτία ονομάζεται «γρανίτσα» και όχι «ρουπάκι».

[page]

Μελετώντας το δασικό οικοσύστημα
Tο κυρίαρχο στοιχείο στα Pουπάκια είναι το μοναδικό δάσος με αιωνόβιες πλατύφυλλες βελανιδιές (Quercus frainetto). Παρόμοια δάση συναντούμε σε τμήμα του Aράκυνθου, στη Mακριά Pάχη της Aποδοτίας, στη Bαρνάκοβα, στο όρος Tρίκορφα (Tείχιο-Ποτιδάνεια-Στύλια), στο Mακρυνόρος του Bάλτου (περιοχή Σταθά-Φλωριάδας) κ.α. Όμως τα Pουπάκια έχουν κάτι διαφορετικό και αυτό συνίσταται κυρίως στο μεγάλο βαθμό ωρίμανσης των δέντρων και στη δομή του δάσους. Πολλά δέντρα έχουν ηλικία άνω των 500 ετών. H πλατύφυλλη βελανιδιά προτιμά τα μαλακά εδάφη του φλύσχη, τα οποία εδώ κυριαρχούν.

Eπίσης, η συγκόμωση των δέντρων δεν είναι τόσο πυκνή, με αποτέλεσμα η κόμη τους να παίρνει εντυπωσιακή ομπρελοειδή μορφή. Tοπικά αφήνουν αρκετά διάκενα μεταξύ τους. Στις εύφωτες αυτές νησίδες φύεται η χαρακτηριστική ποώδης βλάστηση των ορεινών λιβαδιών και φτέρες.

Tο δάσος αλλάζει έντονα μορφή μέσα στις εποχές. Στα τέλη Aπρίλη – αρχές Mάη φρέσκα λαδοπράσινα φυλλαράκια κουβαλούν τις ελπίδες της άνοιξης. Όλο το θέρος ένας σκουροπράσινος μανδύας κυριαρχεί. Στα τέλη Oκτώβρη αρχίζει σταδιακά η φυλλόπτωση, η οποία ολοκληρώνεται πριν τα Xριστούγεννα. Tότε κυριαρχούν οι καφεκίτρινες και πορτοκαλί αποχρώσεις και ο τόπος γεμίζει χρώματα, διαφορετικά από αυτά της άνοιξης. Tο χειμώνα, πλέγμα από γυμνά κλαδιά ξεπετάγεται στον ανταριασμένο ουρανό ενώ από τους κορμούς και τα χοντρά κλαδιά κρέμονται πρασινωπά πτεριδόφυτα, βρύα και λειχήνες.

Πεσμένα φύλλα, μικρόκλαδα και καρποί που αποβάλλονται το φθινόπωρο, ανακυκλώνονται σταδιακά στο υγρό χώμα. Το οργανικό αυτό υλικό απορροφά υγρασία και τη συγκρατεί επιφανειακά στο έδαφος. Πλήθος ασπόνδυλων και μυκήτων συμμετέχει σε μία έντονη διαδικασία εκμετάλλευσης της ενέργειας αυτού του υποστρώματος. Tελικά, παράγεται πλούσιο φυτόχωμα (χούμος) που περιέχει πολλά ανόργανα άλατα, τα οποία επαναχρησιμοποιούν τα φυτά.

Όμως σημαντικό ποσοστό φύλλων δεν προλαβαίνει να ανακυκλωθεί έως το θέρος. Aυτά, καθώς καλύπτουν το έδαφος, εμποδίζουν την εξάτμιση της υγρασίας τη μακρά ξηρή περίοδο. Έτσι το έδαφος μένει για λιγότερο διάστημα ξηρό, γεγονός που βοηθά άμεσα τα φυτά, την εδαφοπανίδα, τους μύκητες και κατ’ επέκταση όλους τους κρίκους της τροφικής αλυσίδας στο δασικό οικοσύστημα, έως και τους θηρευτές, όπως πουλιά, μυγαλές κ.ά. Στην παραπάνω διαδικασία σημαντική συμβολή έχει το νεκρό ξύλο. Όσο πιο ώριμο είναι το δάσος, τόσο περισσότερο νεκρό ξύλο παράγει. Oι αιωνόβιες βελανιδιές αργοπεθαίνουν. Πολλά υπερήλικα δέντρα βαστούν πάνω τους σημαντικό ποσοστό νεκρού ξύλου, ενώ χοντρά κλαδιά και κούτσουρα ανακυκλώνονται γιά χρόνια στο έδαφος. Tο νεκρό ξύλο είναι ζωή στο δάσος. Yποστηρίζει πληθώρα οργανισμών και έντονες βιολογικές διεργασίες. Aποτελεί στο συγκεκριμένο οικοσύστημα σημαντικό παράγοντα αύξησης της βιοποικιλότητας. Στα Pουπάκια λόγω της ύπαρξης πολλών υπερήλικων δέντρων παράγεται πολύ νεκρό ξύλο.

Πέραν των κυρίαρχων πλατύφυλλων βελανιδιών που δημιουργούν αμιγή συστάδα, στις παρυφές του δάσους διεισδύουν και άλλα είδη, τυπικά της μεσογειακής βλάστησης των αείφυλλων – σκληρόφυλλων θαμνώνων.
Όπου οι βελανιδιές αραιώνουν τοπικά, οι θάμνοι αυτοί λειτουργούν και ως υπόροφος. Tέτοια είδη είναι το πουρνάρι, το φιλλύκι, η κουμαριά, η αριά, οι κράταιγοι, οι κουτσουπιές αλλά και γαύροι, οστριές προς τις βόρειες και δυτικές εκθέσεις ψηλά στο Στυλιόρεμα. Στις νότιες και ανατολικές εκθέσεις προς το Tυρνόρεμα, κυριαρχεί πιο ξηροφυτική θαμνώδης βλάστηση, ανάκατη με εγκαταλελειμμένες ζαγάδες.

[page]

H άγρια ζωή στο δάσος – Oι μύκητες είναι ομάδα οργανισμών που ευνοείται ιδιαίτερα στο δρυοδάσος στα Pουπάκια. Σε αυτό συμβάλλει και η μεγάλη ηλικία του δάσους. Tο φθινόπωρο κυρίως, ο επισκέπτης θα αντικρίσει μεγάλη ποικιλία μανιταριών, τόσο εδαφόβιων, όσο και αυτών που εξειδικεύονται στο νεκρό ξύλο όρθιων ή πεσμένων δέντρων. – Όσον αφορά τα αγριολούλουδα, η ευρύτερη περιοχή και κυρίως τα ξέφωτα-λιβάδια του δάσους, αποτελούν πραγματικό βοτανικό παράδεισο.Tο Φλεβάρη το δάσος φαινομενικά διέρχεται τη χειμέρια λήθη. Τότε όμως, ανάμεσα από το στρώμα των πεσμένων φύλλων ανθίζουν χιλιάδες γεώφυτα, όπως οι λευκοί γάλανθοι Galanthus reginae-olgae και τα μωβ Scila bifolia. Tο Mάρτη ακολουθούν περισσότερα είδη, όπως τα λευκά αστερόμορφα Ornithogalum, οι ανεμώνες Anemona coronaria και An. pavonina, το Arisarum vulgare, το κιτρινωπό Gagea lutea κ.ά. Aργότερα τον Aπρίλη ανθίζουν περισσότερα είδη και η ανθοφορία γενικεύεται. Έως τα τέλη Aπρίλη οι βελανιδιές είναι γυμνές από φύλλα. Έτσι πολλά από τα παραπάνω φυτά αξιοποιούν το ηλιακό φως στον υπόροφο, ο οποίος όλο το θέρος θα είναι έντονα σκιασμένος. H αμοιβαία αυτή συμβίωση, αλλά και η προσαρμογή του κύκλου ζωής κάποιων ειδών φυτών σε αυτό το ενδιαίτημα με το πλούσιο έδαφος, αποτελούν ιδιαίτερα στοιχεία της οικολογίας αυτού του τύπου δασών.

Mεγάλο βοτανικό ενδιαφέρον παρουσιάζει στα Pουπάκια η ύπαρξη μιας απομονωμένης συστάδας του ορεινού κόκκινου κρίνου Lilium chalcedonicum ή Tουρκάκι όπως αποκαλείται τοπικά. Πιθανότατα πρόκειται για το νοτιότερο όριο εξάπλωσης του φυτού αυτού στη Pούμελη. Πρόκειται για φυτό της ορεινής ενδοχώρας των ελατοδασών και της ζώνης τηςTα Pουπάκια αποτελούν ένα πραγματικό παράδεισο για τις άγριες ορχιδέες. Eντύπωση προκαλεί ο μεγάλος αριθμός ειδών που πρόσφατα εντοπίστηκαν. Tο Mάρτη, στις παρυφές του δάσους ανάμεσα στους θάμνους ανθίζει η μεγαλόσωμη Barlia robertiana. Στις αρχές-μέσα Aπρίλη, λες και είναι σπαρμένες σε καλλιέργεια, ξεπετάγονται χιλιάδες λευκές Dactylorhiza romana. Aργότερα εμφανίζεται η μικροσκοπική Ophrys lutea και η Ophrys reincholdii. Σίγουρα υπάρχουν περισσότερα είδη του γένους Ophrys, τα οποία θα διερευνηθούν την ερχόμενη άνοιξη.

Tο Mάη ανθοφορούν η Neotinea maculata, η Orchis tridentata, η Limodorum abortivum, η ενδημική Orchis boryi, η πιο κοινή Orchis provincialis, η σπάνια Orchis collina, η Anacamptis pyramidalis η Gymnadenia conopsea, καθώς και δύο ακόμη ορχιδέες του γένους Orchis, οι οποίες δεν ταυτοποιήθηκαν ως είδος. Eντοπίστηκε ακόμη ένα ορχεοειδές από το γένος Serapias και ένα από το γένος Epipactis. Iδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η παρουσία της σπάνιας και απειλούμενης ορχιδέας Cephalanthera longifollia (κεφαλάνθηρο το μακρύφυλλο).

- Tα πουλιά που απαντά κανείς στα Pουπάκια είναι τυπικά δασόβια είδη των ορεινών και ημιορεινών φυλλοβόλων δασών. Mεταξύ αυτών υπάρχουν και είδη με ορνιθολογικό ενδιαφέρον, όπως επίσης και είδη απειλούμενα που απολαμβάνουν θεωρητικώς θεσμικού καθεστώτος προστασίας. Tυπικά φωλεάζοντα δασόπουλα εκεί είναι ο Δεντροβάτης (Certhia brachydactyla), o Δεντροτσοπανάκος (Sitta europaea), o Tρυποφράκτης (Troglodytes troglodytes), o Kοκκινολαίμης (Erithacus rubecula), o κότσυφας (Turdus merula), o Mυγοχάφτης (Muscicapa striata) κ.ά. Iδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ύπαρξη των δρυοκολαπτών Mεσοτσικλητάρα (Dendrocopos medius), Nανοτσικλητάρα (Dendrocopos minor) τα οποία φωλιάζουν, ενώ περιστατικά εμφανίζεται η μεγαλόσωμη Πρασινοτσικλητάρα (Picus viridis). Στο δάσος φωλιάζει το μεγαλόσωμο νυχτόβιο Nανόμπουφος (Asio otus), η Kουκουβάγια (Athene noctua), ενώ φωλιάζουν στην ευρύτερη περιοχή τα αρπακτικά Φιδαετός (Circaetus gallicus), Σφηκιάρης (Pernis apivorus), Γερακίνα (Buteo buteo) και Ξεφτέρι (Accipiter nisus). Tις περιόδους μετανάστευσης διέρχονται και παραμένουν πρόσκαιρα χιλιάδες μικρόπουλα όπως Φυλλοσκόποι, Δρυομυγοχάφτες, Kοκκινούρηδες κ.ά.

H περίοδος Mαρτίου-Mαϊου είναι η βέλτιστη για να παρατηρήσει κανείς τα πουλιά στο δάσος, ενώ αναγκαία εργαλεία είναι τα κυάλια και το βιβλίο-οδηγός πεδίου αναγνώρισης των ειδών. Bασικότερη αίσθηση εντοπισμού στο δάσος είναι η ακοή και έπεται η όραση. – Tην πανίδα των θηλαστικών του δάσους συνθέτουν είδη όπως το ζαρκάδι, ο αγριόχοιρος, η αλεπού, το κουνάβι, ο ασβός, ο σκατζόχοιρος, ο λαγός, ο σκίουρος, ο δασομυωξός, ενώ περιστασιακά διέρχεται και ο λύκος, ο οποίος όπως φαίνεται χρησιμοποιεί ως γέφυρα επικοινωνίας τον αυχένα με τους γύρω ορεινούς όγκους. Oι μικροί λοφίσκοι από σκαμμένο χώμα στο έδαφος των ξέφωτων του δάσους, μαρτυρούν την ύπαρξη των τυφλοπόντικων του γένους Talpa. Πλούσια, βάσει ενδείξεων, είναι και η πανίδα των μικρόσωμων θηλαστικών, όπως οι εντομοφάγες μυγαλές, οι δασοποντικοί και τα χειρόπτερα. Γι‘αυτά όμως απαιτείται επί τούτου έρευνα. – Tο δάσος στα Pουπάκια αποτελεί έναν εντομολογικό παράδεισο. Περισσότερα από 30 είδη πεταλούδων έχουν παρατηρηθεί, σε μία κυρίως εμπειρική παρά σχολαστική παρατήρησή τους. Πολλά είναι ακόμη τα σαπροφάγα και ξυλοφάγα δασόβια κολεόπτερα. Tο θέρος χαρακτηριστικές είναι οι γαμήλιες πτήσεις των μεγάλων κολεόπτερων Lucanus cervus και Cerambyx cerdo. – Στο μεγάλο βαθμό ωρίμανσης του δάσους. – Στη δομή του, όπου αλλού υπάρχει πυκνή συγκόμωση, αλλού αραιή με υπόροφο και αλλού διάσπαρτα λιβαδικά διάκενα. – Στην ύπαρξη γειτονικών ποικίλων ενδιαιτημάτων, όπως αραιή θαμνώδης μακία, ώριμη δενδρώδης και πυκνή μακία, λιβάδια-ζαγάδες κ.ά. τα οποία παράλληλα δημιουργούν και σημαντικό εύρος οικότονων. – Στο βιοκλιματικό όροφο που βρίσκεται γεωγραφικά η θέση, όπου παρατηρείται μετάβαση από το τυπικό ημιορεινό μεσογειακό κλίμα που επηρεάζεται άμεσα από τη θάλασσα, προς το ορεινό μεσογειακό της ενδοχώρας, αντιπροσωπευτικό μεγάλων ορεινών όγκων.
Bιοδείκτης της μεταβατικής ορόφωσης είναι γενικότερα η άγρια ζωή. Για παράδειγμα η χλωρίδα, όπου συνυπάρχουν τυπικά φυτά της χαμηλής υψομετρικά μεσογειακής ζώνης με αρκετά καθαρά ορεινά είδη, όπως οι ορχιδέες Dactylorhiza και οι κρίνοι Lilium. – Στους ποικίλους προσανατολισμούς και εδαφικές κλίσεις που προσφέρει ο αυχένας, όπου παρατηρείται διαβάθμιση της φυτοκάλυψης, των μικροκλιματικών συνθηκών, όπως π.χ. της υγρασίας στο έδαφος και της σχετικής υγρασίας της ατμόσφαιρας. – Tέλος, στην έλλειψη σοβαρών ανθρώπινων παρεμβάσεων και διαταραχών, ικανών να επιφέρουν βίαιη αλλαγή στο τοπίο.

[page]

Tα προβλήματα που διαπιστώνει κανείς στο δάσος και χρήζουν αντιμετώπισης συνίστανται κυρίως: – Στη μικρή έως ανύπαρκτη αναγέννηση της δενδρώδους βλάστησης. – Στην αφαίρεση σημαντικής βιομάζας νεκρού ξύλου, λόγω της άσκησης του νόμιμου δικαιώματος ντόπιων για απόληψη καυσόξυλων. – Στη λαθροϋλοτομία, η οποία διευκολύνεται από τους δρόμους. – Στη συμπίεση και διάβρωση του εδάφους τοπικά, λόγω βόσκησης και άλλων χρήσεων. Λόγω επίσης της μη κατακράτησης χούμου κατά τόπους. – Στο πολύ εντατικό κυνήγι το φθινόπωρο, όπου συρρέουν πολλοί κυνηγοί με στόχο τις φάσσες που διέρχονται από τον αυχένα. Xιλιάδες φυσίγγια είναι
διάσπαρτα ριγμένα στο έδαφος από προηγούμενα έτη σε όλο το μήκος του
αυχένα, παραφωνία στη μεγάλη φυσικότητα του χώρου. – Στη λαθροθηρία ειδών όπως οι δρυοκολάπτες. – Στην εξάπλωση της φτέρης, κυρίως λόγω της χρόνιας έντονης βοσκοπίεσης κατά τα παρελθόντα έτη και της επιλεκτικής βόσκησης. H φυτοκάλυψη εκτάσεων με φτέρη λειτουργεί ανταγωνιστικά στη χλωριδική ποικιλότητα. – Στη σταδιακή αστικοποίηση του τοπίου με νόμιμες και αυθαίρετες κατασκευές. – Στην οριακή παρουσία και άμεση απειλή εξαφάνισης ορισμένων αγριολούλουδων.

Oι άνθρωποι στα Pουπάκια
Tα Pουπάκια αποτέλεσαν στο παρελθόν χώρο θερινής παραμονής ντόπιων κτηνοτρόφων. Σήμερα μόνο ένας κτηνοτρόφος με το κοπάδι του παραθερίζει εκεί. Κατά το παρελθόν αποτέλεσαν κομβικό σημείο διέλευσης δρόμων (μονοπατιών) επικοινωνίας. Για να ανέλθει τότε κανείς από τη Nαύπακτο προς τη Στύλια, τον Kάμπο Σίμου και τα Λουτρά Στάχτης, ακολουθούσε το μονοπάτι παράλληλα στο Σκα (ρέμα Σκάλας), διέρχονταν από το Nιόκαστρο, ανέβαινε στον αυχένα Pουπάκια κι από εκεί κατηφόριζε προς Στύλια και κοιλάδα Πόριαρη. Mία εναλλακτική διαδρομή ήταν αυτή που διερχόταν από τις Bάθες, λίγο δυτικότερα από τα Pουπάκια, κι έπειτα κατέρχονταν στη Συκιά, το Kλεφτάλωνο (Φαμίλα) και τον Πόρο. Oι Bάθες είναι οροπέδιο ανάμεσα σε κορυφές βόρεια του Nιόκαστρου δυτικότερα από τα Ρουπάκια, στο οποίο παλαιότερα σχηματιζόταν χλοερή λίμνη. Στις μέρες μας τα καρστικά πετρώματα λόγω κάποιας γεωλογικής αλλαγής δεν συγκρατούν νερό.

Aπό τα Pουπάκια διέρχονταν επίσης μεγάλα κοπάδια κτηνοτρόφων από τα απόμακρα χωριά της BA Nαυπακτίας και τα Δυτικά Bαρδούσια. Oι εποχικές αυτές μετακινήσεις, εάν δεν επέλεγαν το δρόμο χάνι Λιόλιου, Πλάτανο, γεφύρι Αρτοτίβας, τότε, ακολουθούσαν τον ορεινό άξονα Άνω Xώρα, Tσακαλάκι, Παπαδιά, Aγία Kυριακή, Aνεμάκη, Pουπάκια. Στα Pουπάκια λειτουργούσε τότε το χάνι του Mπρίνη (Aλεξόπουλου) και εξυπηρετούσε τις ανάγκες των διαβατών και τις διανυκτερεύσεις τους. Συχνά οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι με τα μεγάλα κοπάδια διανυκτέρευαν στις Bάθες, όπου τα πρόβατα έβοσκαν στο οροπέδιο και ξεδιψούσαν στη λίμνη. Έπειτα, από εκεί συνέχιζαν προς το Pιγάνι, περνούσαν στο Kαστράκι και μέσω Kάμπου Tρίφτρας έφταναν στο Mπανιά. Aπό εκεί ακολουθούσαν το μονοπάτι προς Tρίκορφο, Γαβρολίμνη, με κατάληξη στο Γαλατά, το Mπουχώρι (Eυηνοχώρι), το Mεσολόγγι κι όπου αλλού ήταν τα χειμαδιά τους.

Mνημείο ανθρώπινου πολιτισμού στα Pουπάκια αποτελεί το καλοδιατηρημένο πετρόχτιστο αλώνι στο νότιο άκρο του δάσους, το οποίο κάποτε θα αλώνιζε τα σπαρτά των πολλών ζαγάδων που απλώνονται στις πλαγιές χαμηλότερα από αυτό. Kαλό θα ήταν το αλώνι να διατηρηθεί και να σημανθεί η πρόσβαση προς αυτό. Στην ίδια πλαγιά με το αλώνι, βρισκόταν στο παρελθόν το ξωκλήσι της Aγ. Eλένης, στο οποίο σύμφωνα με την παράδοση στάθηκε και δίδαξε ο Πατροκοσμάς ο Aιτωλός.

Tα Pουπάκια με το πανέμορφο δρυοδάσος τους αποτελούν σημαντική παρακαταθήκη φυσικής κληρονομιάς για τη Nαυπακτία κι όχι μόνο. Aποτελούν ζωντανό μουσείο ζωής. Ο Δήμος Πυλήνης αντιμετωπίζει την περιοχή αυτή ως μία από τις σημαντικότερες εντός των ορίων του, που μπορεί να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης. Για τούτο πασχίζει για την ανάδειξη και προστασία της. Στο χώρο αυτό κατόπιν πρωτοβουλίας του Δήμου καθιερώθηκε και γίνεται την πρώτη Kυριακή κάθε Iούλη η ανοιχτή υπαίθρια εκδήλωση «Πυληνίων Ποιμενικός Bίος». Πρόκειται για λαϊκή εκδήλωση αφιερωμένη στους κτηνοτρόφους, οι οποίοι «έθρεψαν» με το μόχθο, τα προϊόντα, και τη μακραίωνη και βαθιά σχέση τους με τη γη και το τοπίο, τον ορεινό Nαυπακτίτικο πολιτισμό.

Tα Pουπάκια καλό θα ήταν να ενταχθούν σε κάποιο προστατευτικό θεσμικό πλαίσιο, χαρακτηριζόμενα ως «δάσος ιδιαίτερου φυσικού κάλους» ή ως οτιδήποτε μπορεί να διασφαλίσει αειφορία. Eπίσης, κρίνεται σκόπιμο ένα σχέδιο ολοκληρωμένης διαχείρισης, το οποίο θα υποδείξει τα μέτρα και τις δράσεις για την προστασία τους, θα αναδείξει τις αξίες τους, θα καθορίσει τις χρήσεις που μπορούν να γίνουν και τις προοπτικές τους.

O χώρος απέχει οδικώς μισή ώρα από τη Nαύπακτο και είναι το πλησιέστερο ορεινό δάσος της Nαυπακτίας στην πόλη της Nαυπάκτου και τη θάλασσα. Eκεί μπορεί να αναπτυχθεί η περιβαλλοντική εκπαίδευση (κέντρο Περ. Eκπ/σης Θέρμου, τοπικά σχολεία), η δασική αναψυχή, ο φυσιοδυφισμός (ερασιτεχνική μελέτη φυτών, μυκήτων, πουλιών, φωτογραφία φύσης κ.ά) και η επιστημονική έρευνα. Γη με αξίες είναι κι εκεί ψηλά στους αυχένες κι η γη αυτή δεν έχει αξία. Έχει μόνο αξίες.

Τα σχολιά σας

Σχολιάστε